διαπόνημα

διαπόν-ημα, ατος, τό,
A hard labour, exercise,

τὰ περὶ τὸν πόλεμον δ. Pl.Lg.813d

.
II concrete, work,

τὰ τῶν τεκτόνων δ. Id.Criti.114e

; achievement, work done,

βασιλέως Procop.Aed.2.7

; thing achieved, reward of toil, Id.Goth.4.19.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπόνημα — hard labour neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπονημάτων — διαπόνημα hard labour neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπονήμασι — διαπόνημα hard labour neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπονήματα — διαπόνημα hard labour neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.